Της Ακροπόλεως θαμών
μες στου Βοσπόρου τα Στενά
σε πύργους και σε φρούρια βυζαντινά
με γαλλικό σου το φιλί μοναδικό προσόν.
Βασιλιάς Ηπειρωτών
και Μακεδόνων
και Κρητών,Θρακών
στην έρημο αιώνων.
Έπλεκα μα και κεντούσα
και ποτέ δεν ακουμπούσα
στάχτη μελανιού ασβήστου
με το νου ανδρός απίστου.
Ήταν η ζωή σου ψυχοφθόρα
κι'έσβησε,θαρρείς,την ώρα
που 'γραφα το τελευταίο της στιχάκι
να μη λες πως έκανα συρτάκι.
Μια γελοία μα κομψή
σου τράβηξε φωτό
για να 'χεις,πια,κι'εσύ
την επαφή με το χωριό.
Κρίμα,πια,που δε μπορώ
να ρωτακίσω το μωρό
κι'εκεί,εξαίφνης,να βρεθώ,
στο χείλος της αβύσσου του Ζορώ.
Ένα παληογύναικο σαν την αρκούδα
έπλεξεν εγκώμιον μωρίας
μες στα πρότυπα της τραγωδίας,
εξαφανισμένο,τώρα,πια,σαν καλιακούδα.
Μάθημα σου έγινε ζωής
χαμένο χρόνο σου να βρεις
να σπείρεις το χωράφι
που 'θελε μυαλό ξυράφι.
Μάθημα πραγματικό
να καταγράψεις τον ενιαυτό
που έφυγε χωρίς να πάρεις πρέφα τώρα
πως οι άλλοι πάντες δόξασαν το χρόνο με τα δώρα.
Ατέρμονος απείθεια
σε βάτραχο για μια βοήθεια
που χάθηκε βαθιά στην αμμουδιά,
εκεί που σύρονται για μπάνιο και για παγωτά.
Με παλιό το βιβλιάριο προνοίας
ήθελες να γίνεις αστραπή και Δίας.
Χωρίς,καν,να βλέπεις εμπροστά σου
ζήλεψες τη χλίδα στην καρδιά σου.
Με ταγάρι και φορτίο
σε βραδύκαυστο κρανίο
να πασχίζεις να κερδίσεις
ό,τι πρόλαβες να ζήσεις.
Τεμπέλ'από μικρή,
γευόμενη χυμούς ποικίλους
με γατιά σου και με σκύλους
σε γιγαντιαία φυλακή.
Εκλάμψεις του φωτός
υπό σκιάν ανέμου
προχωρώντας ως
των Άλπεων του Αίμου.