Αραχνιασμένο υφαντό που έπλεκε μητέρα,
τεθησαυρισμένον ορυκτόν που έφεγγε τη 'μέρα.
Ένοχα τα μυστικά 'σε χώρα οκνηρή
που βλέπει το σκοτάδι νά 'ρχεται 'στη γη.
Σπερμολογώντας την ανία
πλάι 'ς την αφόρητο μανία
της καταγραφής οδυνηρών μου εντυπώσεων,
ζητιάνος μιας αγάπης,ανυπάρκτων μου γειώσεων.
Έλα μια φορά
'στη θέση του καμβά
και νιώσε τι θα 'πη
να έχης αντοχή
'σε ύβρεις,απειλές
και άλλα συναφή
που έγιναν προχτές..
'Θυμήθηκα 'νωρίς να γράψω
αναμνήσεις μου χαράσσοντας των αφεντάδων
το φλουρί και παλμούς και μεγαλεία να συρράψω
μες 'στο πλήθος των θηλαστικών,προβάττων,χοίρων,αγελάδων.
Θόρυβος ο δολοπλόκος
σπερμολογεί τα κρίματα
κοντά 'σε μια σειρ'από μνήματ'
ανθρωπίσκων τε και άλλων για να γεννηθή ο Τόκ(κκ)ος
και ν'αναπηδήσουν φρέσκιες οι ιδέες
του χρυσού αυγού,της κόττας απ'τις φιλεργατικές σου μαίες.
'Στέναξα πολύ
και είπα Δε γυρίζω.
Ήσουνα εκκεντρική
και,πια,δε σε αγγίζω.
Κατέπεσεν ως πύργος συν πατάγω
καταφθάνοντας 'σε δίκη μ'ένα τράγο
της παρούσης,όλα που τα ήθελε 'δικά του,
ανγκαζέ με μύθο,ιστορίες με πυρά του.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου