Λάβρος για το δαρεικό
που 'βρέθηκε 'μπροστά σου
ήρθα ξένος τόσο 'ς το χωριό
διώχνοντάς με η μαμά σου.
Ήταν τέτοια η ζωή
που 'λάτρευα τη χαραυγή,
αποστερούμενος το μέλλον,
τον Παράδεισο της Κρίσης
μες 'ς τα όνειρα,τις αναμνήσεις.
Λατρεία μου μεγάλη,
αίνιγμα μοναδικό,
σαν οπτασία βλέπω πάλι
της Αγγλίας το χρυσό.
Αργυρώ μου αργυρή!
Με τα παράσημα και τα μετάλλια!
Δια τι θωρώ σε σκοτεινή;
Τι σου συνέβη,τόσο μόνη,'ς τα παράλια;
'Στο 'ξεκίνημα 'μισού αιώνα
είχα να τα βάλω με μια Λεγεώνα.
Προς αυτού το τέλος του ενιαυτού
το μέλλον 'πολεμούσα -ώδευα κατά κρημνού.
Εύπλαστη ψυχή
ωσάν αερικόν,ωσεί
τα χίλια μύρια όμματα
'σε πλάνες και 'σε παραπτώματα.
'Ξεφυλλίζοντας λογύδρια και συγκινούμενος
ωσεί βατράχι που κοάζει
και με τ'άλλα που τυρβάζει
προς τους Παρισίους και τας Βιέννας οδηγούμενος.
Τι παράνοια η επαιτεία;
Μήπως ήρθε η Μαρία
να κρατήση συντροφιά
την παγερή καρδιά μου,
μια εμπίστη και 'δικιά μου;
Ενάλιος αστήρ,
χαρίεσσα κραδίη
μες 'ς το ζων και ζέον πυρ
που καίει και δεσμεύει και ομνύει
'ς'Ευαγγέλια για τους λαούς
του κόσμου με φανούς και με πυρσούς.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου